English Italian Dutch German Swedish Russian
Περιφερειακή Ενότητα Λευκάδας - Περιφ. Ιονίων Νήσων
Links Sitemap Επικοινωνία

Web Cam Lefkada - Κεντρική πλατεία

Χάρτες της Λευκάδας
Γιορτές Λόγου και Τέχνης στην Λευκάδα Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ Λευκάδας
Εκδηλώσεις
Μουσεία στη Λευκάδα
Η ιστοσελίδα φιλοξενείται στο ΣΥΖΕΥΞΙΣ

Εισαγωγή

Tριαντάφυλλος E. Σκλαβενίτης

H πολιτισμική ιστορία της Λευκάδας μετά την Ένωση

 (Ομιλία που έγινε στη διεπιστημονική ημερίδα που διοργάνωσαν ο Σύλλογος Λευκαδίων Φοιτητών και Σπουδαστών Αττικής και η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών στην Αθήνα την 16η Απριλίου 2005)

Η πρόσκλησή σας, για την οποία σας ευχαριστώ, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Λευκαδίων Φοιτητών και Σπουδαστών Αττικής, και η άμεση, όπως ήταν φυσικό, αποδοχή της εκ μέρους μου με πήγε αμέσως στα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια. «Γνωριμία με τη Λευκάδα», και μάλιστα διεπιστημονική, λέει ο τίτλος της ημερίδας μας.

 Αλήθεια, πώς γνωρίζει κανείς την πατρίδα του; Επιτρέψτε μου να διαβάσω λίγες σειρές από παλιότερο κείμενό μου: «Θυμάμαι ότι η δασκάλα μου, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μου έδινε βιβλία του Μαχαιρά από τη θεόκλειστη για μας τους μαθητές σχολική βιβλιοθήκη του Δημοτικού Σχολείου Πόρου, για να τα πηγαίνω δανεικά σε εγγράμματους χωριανούς, που τα ζητούσαν.

 Το βιβλίο, όμως, που συνόδευε το μάθημα της Πατριδογνωσίας ήταν το Λεύκωμα Λευκάδος του Μουσικοφιλολογικού Ομίλου "Ορφεύς" (1954). Διαβάζαμε κομμάτια από το περιεχόμενο "ιστορικό περίγραμμα" του Πάνου Ροντογιάννη· με το χάρακα δείχναμε νησιά, βουνά, χωριά, στον ανάγλυφο χάρτη της Λευκάδας και κυρίως βλέπαμε τις πολλές φωτογραφίες στο Λεύκωμα, όπου και ο Πύργος μας και τα Σύββοτα: και οι τυπωμένες φωτογραφίες μας καλούσαν να δούμε διαφορετικά τα δεδομένα της εμπειρίας μας, που ξαφνικά έπαιρναν άλλο κύρος, γίνονταν πράγματα του κόσμου και ανήκαν σε κάποιους προγόνους καταγραμμένους σε βιβλία, τους οποίους έπρεπε να εντάξουμε στη σειρά της οικογένειάς μας, που δεν πήγαινε πίσω από τον παππούλη ή τον προπάππο μας».

Πώς, λοιπόν, η Πατριδογνωσία μπορεί να αναδείξει την ιστορική διάσταση στον βιωμένο χώρο της νεανικής ελευθερίας και να του δώσει το βάθος της διαχρονίας χωρίς επώδυνους τραυματισμούς και απωθήσεις στη διαδικασία συγκρότησης της ατομικής μνήμης; Και ύστερα πώς η Τοπική Ιστορία μπορεί να νετάρει καλύτερα αυτές τις προσεγγίσεις ώστε να φτάσει ο νεαρός πολίτης στην κατάκτηση σφαιρικής γνώσης του παρελθόντος, όχι ως ένα σύνταγμα ιστορικών πληροφοριών, αλλά ως ένα πολυδύναμο σχήμα και εργαλείο που θα απαντάει στα ερωτήματά του;

Και το πρώτο ερώτημα θα μπορούσε να είναι το από πού ξεκίνησε η τοπική του κοινωνία για να φτάσει στη σημερινή κατάσταση. Τι μαρτυρούν τα σήματα και τα μνημεία του παρελθόντος που κάθε μέρα ζει μαζί τους; Πώς και πόσο επηρεάζει η ιστορική παράδοση όλους τους τομείς του ατομικού και του κοινωνικού βίου; Είναι δυνατόν μια διαδικασία που ξεκινά ως μάθημα και υποχρέωση να φτάσει μέσω της συνειδητοποίησης της ανάγκης πορείας προς την ιστορική γνώση, να βοηθήσει στην πνευματική του καλλιέργεια και να οξύνει την ικανότητά του στην ανάλυση και τη σύνθεση των δεδομένων της εμπειρίας και των καρπών της αναζήτησής του; Μήπως τελικά από αυτή την πορεία η ιστορία, από υποχρέωση που φάνταζε, μπορεί να θεωρηθεί ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα;

Συμφωνήσαμε να μιλήσω σήμερα για την πολιτισμική ιστορία της Λευκάδας μετά την Ένωση του 1864. Ήταν φυσικό στην ημερίδα μας να θέλετε να αναφερθούμε στην πρόσφατη λευκαδίτικη ιστορία, αλλά και για μένα ήταν πρόκληση να δοκιμάσω κάποιες προσεγγίσεις για τα 140 χρόνια που η Επτάνησος και η Λευκάδα ενσωματώθηκαν στην ελληνική πατρίδα, αφού για τους προηγούμενους αιώνες είχα μιλήσει και γράψει με άλλη ευκαιρία. Ας ξεκινήσουμε με κάποιες γενικότερες επισημάνσεις.

Οι ρυθμοί στην πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών ποικίλλουν: στασιμότητες αιώνων, αλλά και ρήξεις, και επαναστάσεις και πρωτοπορίες και ακόμη περίοδοι ανασχέσεων, εξισορροπήσεων και συγκερασμών. Όλα αυτά ανάλογα με τη δύναμή τους φαίνεται να εγγράφονται στη συλλογική ανθρώπινη μνήμη και να διαμορφώνουν την πολιτισμική παράδοση με τα εμφανή της στοιχεία αλλά και τα υπόγεια ρεύματα, όχι λιγότερο δυνατά, στον προσδιορισμό αυτής της παράδοσης.

 Το ειδικό, το τοπικό φαινόμενο, και η σχέση του με το ενδιάμεσο ομόλογό του, το περιφερειακό, αλλά κυρίως η σχέση του τοπικού με το γενικό, δηλαδή το εθνικό, έχει αυτονόητη παράμετρο προσέγγισης τον τόπο και επομένως οδηγό την επιστήμη της γεωγραφίας με όλους τους συγγενικούς κλάδους είτε των θετικών επιστημών: γεωλογία, σεισμολογία, κλιματολογία, νοσολογία, αλλά και των κοινωνικών επιστημών: ανθρωπολογία, λαογραφία και τοπική ιστορία. Η τελευταία, η τοπική ιστορία, ιστορία καθώς είναι, θα τονίσει τη δική της πρωταρχική παράμετρο, το χρόνο. Οι επιστημονικές αναλύσεις και οι συνθετικές προσεγγίσεις των φαινομένων σε τοπικό επίπεδο αλλά και με συγκριτικές αναφορές στο γενικό-εθνικό, όταν τοποθετηθούν στη διαχρονία, θα μας αναδείξουν διαφορετικούς ρυθμούς, έγκαιρης ή καθυστερημένης εισαγωγής και αποδοχής ενός φαινομένου από το γενικό ή το εθνικό επίπεδο. Οι αντιστάσεις και οι ανατροπές, οι συντηρήσεις και οι προσαρμογές αναδεικνύουν τους διαφορετικούς ρυθμούς στην εξέλιξη των τοπικών κοινωνιών και διαμορφώνουν τελικά τα στοιχεία της εντοπιότητας.

Ένα παράδειγμα μπορεί να κάνει τα πράγματα σαφέστερα: Οι Βενετσιάνοι κατάκτησαν τη Λευκάδα το 1684 και την κράτησαν 114 χρόνια ως το 1797 μαζί με τα άλλα Επτάνησα, τα οποία, όμως, είχαν κατακτήσει τρεις αιώνες νωρίτερα. Έφτασαν αυτά τα 114 χρόνια για να εντάξουν τη λευκαδίτικη κοινωνία στον επτανησιακό πολιτισμό, που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας των πολλών αιώνων στα άλλα νησιά. Εμφανές είναι ακόμη και σήμερα το ιταλικό υπόστρωμα που απόκτησε η λευκαδίτικη ντοπιολαλιά με γρήγορους ρυθμούς, μάλιστα, που επέβαλε ο ανώτερος πολιτισμός των κυρίαρχων Βενετσιάνων. Διακόσια χρόνια τώρα από το τέλος της Βενετοκρατίας κι ακόμη διατηρούνται στη γλώσσα των Λευκαδιτών τα στοιχεία αυτά, παρ' όλες τις προσπάθειες, σε εθνικό και κρατικό επίπεδο, για κάθαρση και δημιουργία καλλιεργημένης κοινής νεοελληνικής γλώσσας. Ένα στοιχείο εντοπιότητας και απόκλισης από το γενικό, το κοινό, που εξηγείται και από τους κανόνες των κοινωνικών αδρανειών αλλά και από ανιχνεύσεις τοπικών αντιστάσεων στην ελλαδική κρατική αφομοίωση, με αιχμή τη διατήρηση ενός ιδιόμορφου γλωσσικού κώδικα. Ας αναλογιστούμε πόσο ανάγκη τον έχουμε ώρες ώρες αυτό τον γλωσσικό κώδικα όσοι ζούμε στο απέραντο αθηναϊκό λεκανοπέδιο ή στις μεγαλουπόλεις, ελληνικές και ξένες: εμάς που μας σφράγισαν τα παιδικά βιώματα στο νησί μας αλλά και τα παιδιά μας που συνεχίζουν εκεί τις συντροφιές που σχηματίστηκαν στο νησί κατά τις καλοκαιρινές διακοπές. Αυτά, όμως, τα ξέρετε καλύτερα και κάποτε πρέπει να ακούσουμε με ενδιαφέρον και τα δικά σας βιώματα και τις εμπειρίες σας και δεν σας κρύβω ότι διάβασα με ενδιαφέρον το πρώτο φύλλο της εφημεριδούλας σας Λευκαδιάβαστοι.

Με το παράδειγμα της τοπικής ιδιωματικής γλώσσας, και ξεκινώντας από το σήμερα, ανοιχτήκαμε στους αιώνες παρακολουθώντας ένα φαινόμενο στη μεγάλη του διάρκεια. Το αντίστροφο ταξίδι στο χρόνο, με την ιστορική μνήμη οδηγό, καλλιεργεί την ευαισθησία και πλουτίζει τα σημερινά μας βιώματα.

Αλλη μία επισήμανση, που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όταν προσεγγίζουμε την πολιτισμική ιστορία, είναι οι επάλληλοι κύκλοι: Τοπικός, περιφερειακός (δηλαδή επτανησιακός), εθνικός, ευρωπαϊκός, διεθνής, που προσδιορίζουν τα δάνεια, τις οφειλές, τις επιδράσεις, στη διαμόρφωση της πολιτισμικής παράδοσης γενικώς, αλλά και του έργου κάθε δημιουργού. Διαβάζοντας ή θαυμάζοντας τα έργα των σημαντικών αλλά και των μικρότερων λευκαδίων δημιουργών, διαπιστώνουμε τις έμμεσες επιδράσεις των ευρωπαϊκών κινημάτων. Κάποτε η επίδραση είναι άμεση, καθώς οι λευκαδίτες διανοούμενοι κοινώνησαν με αυτούς τους πολιτισμούς κατά τα χρόνια των σπουδών τους ή με τα ταξίδια, τις αναγνώσεις ξένων βιβλίων, τη γνωριμία έργων τέχνης: ας μην ξεχνάμε ότι η γνώση τουλάχιστον της ιταλικής γλώσσας συνεχίζεται και ύστερα από την Ένωση με την Ελλάδα.

Η επικοινωνία των Λευκαδίων τον 19ο αιώνα με τους λόγιους των άλλων νησιών είναι πυκνή: ταξίδια, αλληλογραφία, δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Οι ζωηρότεροι αποκτούν επικοινωνία με την Αθήνα και κάποιοι με την Κωνσταντινούπολη και τα φιλολογικά τους σωματεία: πολλές φορές γράφουν και στα περιοδικά τους. Όπου η παράδοση ή οι προσωπικές σχέσεις το επιτρέπουν, συνεχίζονται οι επαφές με λογίους του εξωτερικού, είτε Έλληνες του παροικιακού Ελληνισμού ή ξένους ελληνιστές και φιλέλληνες.

Η ένταξη όλων αυτών των διανοουμένων σε ένα σχήμα τοπικής πολιτισμικής ιστορίας συναντά δυσκολίες, καθώς τα επιτεύγματα, π.χ., του διαφωτιστικού διδακτισμού των πατριωτικών τραγωδιών του Ιωάννη Ζαμπέλιου, και του ρομαντισμού του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, πρέπει να κατανοηθούν μέσα στο κλίμα της επτανησιακής λογοτεχνίας και των μεγάλων της αναζητήσεων, παρ' όλο που ο ρόλος τους στην κοινωνική και πολιτισμική ζωή του νησιού είναι από σημαντικός έως κυρίαρχος.

Και πριν από την Ένωση αλλά κυρίως ύστερα από αυτήν, για τους πιο προικισμένους δημιουργούς του πολιτισμού στη Λευκάδα, ανοίγονται οι δρόμοι του κόσμου: τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, τα διεθνή κέντρα. Η λευκαδίτικη πολιτισμική ιστορία έπρεπε να παρακολουθεί από εδώ και πέρα και τα κατορθώματα των τέκνων της, έξω από το νησί, το οποίο ακολουθούσε αφομοιωτικούς δρόμους στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους: οι όποιες αντιστάσεις και οι διεκδικήσεις προνομιακών σχέσεων θα γίνονται στο όνομα της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ακτινοβολίας των Λευκαδίων στην Αθήνα και στα άλλα κέντρα του Ελληνισμού, ενώ η ζωή στο νησί θα ζωογονείται από την άμεση ή την έμμεση παρουσία τους. Οι δεσμοί με τα άλλα Επτάνησα θα χαλαρώνουν, η ένταξη στις σχολές και στους πνευματικούς κύκλους της ελληνικής πρωτεύουσας θα κερδίζει περισσότερο έδαφος καθώς περνούν οι δεκαετίες του 20ού αιώνα, και ο φόβος για την ελλαδική αφομοίωση θα εκφράζεται με διαμαρτυρίες για τις ρυθμίσεις εκείνες οι οποίες καταργούν ή αναμορφώνουν διοικητικά και οικονομικά προνόμια. Τις διαμαρτυρίες αυτές συνοδεύουν επιχειρήματα διαποτισμένα από ποικίλα ιδεολογήματα, ιστορικές ανακρίβειες και χρονικούς διασκελισμούς.

Δυσκολότερη από τη συγκρότηση της πολιτισμικής ιστορίας ενός τόπου είναι η ανίχνευση των στοιχείων της εντοπιότητας στην πορεία της, αλλά και στο έργο των δημιουργών, που, όμως, είπαμε ανοίγονται σε πολλούς δρόμους και κοινωνούν σε άλλους πολιτισμούς για να ολοκληρωθούν ως πνευματικοί άνθρωποι και να δημιουργήσουν.

Πολλές πτυχές αυτών των προβλημάτων έχουν μελετηθεί και έχουν αναδειχτεί πολλά στοιχεία εντοπιότητας στο έργο κυρίως των μεγάλων μας ποιητών, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και Άγγελου Σικελιανού, περισσότερο από την πλευρά της μεταρσίωσης των τοπικών βιωμάτων στο δημιουργικό τους έργο, αλλά και των λευκαδίτικων καταβολών στην ουσία του έργου τους.

Ο ίδιος ο Σικελιανός, μελετώντας το έργο του Βαλαωρίτη, αλλά και αναλύοντας τη δική του πορεία και τους όρους της λογοτεχνικής δημιουργίας, σημείωνε για τη σχέση του τόπου με την ανθρώπινη πορεία: «Οι άνθρωποι κουβαλάνε στις συλλογικές τους αποδημίες ή τις ατομικές τους μετακινήσεις εσωτερικά τοπία [...] δυναμικό σύστημα ανεξάντλητο ο τόπος». Η αναφορά του για τη Λευκάδα είναι περισσότερο αποκαλυπτική:

«Ποια σημασία μπορεί νάχει για τους άλλους να τους πω πως είμαι γεννημένος στη Λευκάδα, αν δεν νιώσουμε πως ήδη το πληροφοριακό και τόσο απλό ετούτο για τους άλλους γεγονός, για τη δική μου συνείδηση έχει κάποια σημασία συνθετική κι απόλυτη, που ξεκινώντας από τα πλέον απλά του δεδομένα, τοπικά και φυσικά, προεκτείνεται με μυθικήν ενάργεια και ενότητα, ώσμε τ' ακρότατα διαλεκτικά μου σύνορα απέναντι της ζωής; Γιατί δεν πρόκειται μονάχα, για παράδειγμα, πως δύο θεμελιώδεις τόνοι της ψυχής μου, ο Δωρισμός και το αίσθημα της πιο πλατιάς ελευθερίας, καθρεφτίζονται στη φύση του νησιού μου, που ακουμπά από τόνα μέρος στην Ακαρνανία, κι από τ' άλλο έχει μπροστά του το Ιόνιο πέλαγο ανοιχτό ως τη Σικελία, πέλαγο που οι τρικυμίες του έχουνε κάτι ζωντανότερο κι από τις τρικυμίες του ωκεανού».

Εμείς, όμως, δεν πρέπει να σταματάμε την ανάγνωση του ποιητή ως αυτό το σημείο, που υμνούνται τα παιδικά του βιώματα, τα συντροφευμένα με το αίσθημα της πλατιάς ελευθερίας: η κατάκτηση του συστήματος σύλληψης του κόσμου και η μεταρσίωση των βιωμάτων στο κατορθωμένο σώμα του έργου τέχνης είναι αποτέλεσμα του ασταμάτητου αγώνα του δημιουργού.

Τα λόγια είναι και πάλι του ποιητή:
«Χωρίς τώρα την πηγαία συμβολική διάρθρωση όλων ετούτων των στοιχείων που έχει γίνει μέσα μου απ' τα παιδικά μου χρόνια, γύρα από το γεγονός πως είμαι γεννημένος στη Λευκάδα, διάρθρωση που μου προσφέρει έκτοτε μία υποτυπώδη ίσως, αλλά κατά βάθος και σωστή προοπτική της Μοίρας μου ποια θάταν και για μένα, και για Σας, η σημασία αν είμαι γεννημένος στη Λευκάδα, ή όπου αλλού;».

Η Ένωση βρήκε τη Λευκάδα, όπως και τα άλλα Ιόνια νησιά, με την κοινωνική ανισότητα να κυριαρχεί και κύριο χαρακτηριστικό τη σύγκρουση των αριστοκρατών και των ανερχόμενων μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων, με ένταση, όσο και αν αυτή δεν ξέφευγε από τα νόμιμα πλαίσια. Η μεσαία αστική τάξη με επικεφαλής της μεγαλεμπόρους και τους πλοιοκτήτες, δημιούργημα του πολιτικοοικονομικού πλαισίου της αγγλικής προστασίας αλλά και συντελεστής της Ένωσης, ενώνεται με τη λαϊκή τάξη στο κλίμα της ελευθερίας και αισιοδοξίας που δημιουργήθηκε.

Τους ακολουθούσαν επιστήμονες, γιατροί και δικηγόροι και ακόμη τεχνίτες και επαγγελματίες. Τον τόνο έδιναν οι επιστήμονες και οι λόγιοι, λογοτέχνες και ποιητές που αναγνώριζαν αρχηγό τους τον ποιητή και πολιτικό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Τα κηρύγματά τους για αδελφότητα, κοινωνική, συνεργατική και συνεταιριστική δράση ακολουθούν η ίδρυση του Πολιτικού Συλλόγου «Η Αδελφότης» (1869), η ίδρυση τυπογραφείου, η έκδοση φυλλαδίων και βιβλίων για τη διαφώτιση του λαού, και η έκδοση της εφημερίδας Λευκάς (1866-1869), η οποία δημοσίευσε άρθρα με αναλύσεις πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων, με γνώσεις και επιχειρήματα, ενώ οι νέοι λογοτέχνες δημοσίευαν διαλόγους και ποιήματα με σατιρικά στοιχεία.

 Δύο είναι οι σημαντικοί θεσμοί παιδείας και πολιτισμού που επιβίωσαν από τα χρόνια της Αγγλοκρατίας: το Γυμνάσιο Λευκάδος (1829) και η Φιλαρμονική (1850). Και οι δύο θα αποτελέσουν τους μακροβιότερους θεσμούς και θα στηρίξουν, ο πρώτος την τοπική παιδεία αλλά και την ανάδειξη της Λευκάδας σε σχολικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, ενώ η Φιλαρμονική, με μια πορεία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οικονομική Οδύσσεια, θα μπορέσει να διατηρήσει τη μουσική παιδεία και να σφραγίσει την πολιτισμική ζωή στο νησί, παρούσα στις εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής αλλά και των ιδιαίτερων στιγμών των κατοίκων της πόλης.

Οι Λευκαδίτες είδαν μετά την Ένωση να πραγματοποιείται η κατάργηση του Γυμνασίου Λευκάδος, του Πρωτοδικείου και του Νομού. Χάρη στην αντίδραση των αστών της Λευκάδας και του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη σώθηκε το Γυμνάσιο, επανιδρύθηκε το Πρωτοδικείο, αλλά όχι ο Νομός, αφού η Λευκάδα θα παραμείνει για 80 χρόνια επαρχία του Νομού Κερκύρας ή του Νομού Πρεβέζης.

Οι φορολογικές επιβαρύνσεις δημιούργησαν φραγμούς στις παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις με την Ακαρνανία για να συνεχιστεί το αιώνιο λαθρεμπόριο, το κοντραμπάντο, ενώ ο φόβος της αφομοίωσης της Λευκάδας από την Ακαρνανία δημιούργησε ψυχώσεις και φανταστικές αντιπαλότητες, που διατηρήθηκαν για πολύ, ίσως και ως σήμερα.

Παρ' όλη τη βαρυγκώμια των Λευκαδίων εξαιτίας των δικών τους οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων αλλά και των δεινών εξαιτίας της ελληνικής κακοδιοίκησης, δεν μετάνιωσαν για την Ένωση, θεωρώντας μονόδρομο την αφομοίωση και ελπίζοντας σε ένα καλύτερο ελληνικό μέλλον. Απέναντι στην κατάργηση των όποιων προνομίων της Λευκάδας οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης, όπως εκφράζονται με τα κείμενα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και των διανοουμένων του Συλλόγου «Η Αδελφότης» στην εφημερίδα Λευκάς, θέλουν την ιστορία ως συνήγορο και αυτοσχεδιάζουν ένα σχήμα λευκαδίτικης ιστορίας για να κεφαλαιοποιήσουν τις λευκαδίτικες συνεισφορές στους αγώνες του έθνους και να το χρησιμοποιήσουν ως δικανικό επιχείρημα για την ανάκτηση των δικαιωμάτων που αφαιρέθηκαν.

Η Λευκάδα θα αργήσει να αποκτήσει συνθετικό έργο ιστορίας. Και σ' αυτό το ζήτημα η χρονική απόκλιση της Λευκάδας από την Επτάνησο συνολικά, αλλά και από τα άλλα νησιά ξεχωριστά, διατηρήθηκε, παρ' όλες τις προσπάθειες του Ιωάννη Σταματέλου, που συνέχισε το συγγραφικό του έργο ως το θάνατό του (1881). Αυτό το κενό φαίνεται να κάλυπτε, κάπως παράδοξα, το ποιητικό έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824-1879). Με τη μυθική διάδοση σε όλα τα στρώματα της λευκαδίτικης κοινωνίας, με αναγνώσεις και αναπαραστάσεις στις θεατρικές παραστάσεις στην πόλη και τα χωριά, στις σχολικές γιορτές και τους εορτασμούς, το έργο διαβαζόταν και ως ιστορικό ανάγνωσμα και με τη μεγάλη σύνθεση του Φωτεινού, ιδιαίτερα, μπορούσε να κρατά ανοιχτούς τους δρόμους προς το λευκαδίτικο παρελθόν, καθώς το ποιητικό του μήνυμα άγγιζε αισθήματα και αγώνες επιβίωσης του λευκαδίτη αγρότη. Οι ανασκαφές του Δαίρπφελδ στην αρχή του 20ού αιώνα και η θεωρία του ότι η Λευκάδα είναι η ομηρική Ιθάκη θα τονώσουν το ενδιαφέρον για την ιστορία και την έρευνα του παρελθόντος. Το 1902 ο Σπ. Βλαντής (1855-1939) θα εκδώσει το βιβλίο Η Λευκάς υπό τους Φράγκους, τους Τούρκους και τους Ενετούς, αλλά θα περάσουν περισσότερα από 50 χρόνια για να ολοκληρώσει ο Κωνσταντίνος Μαχαιράς (1882-1967) με τρία έργα του την ιστορία της Λευκάδας από το 1684 ως το 1864. Οι ιστορικές έρευνες πραγματοποιούνται στο Αρχειοφυλακείο, ενώ από το 1953 λειτουργεί η Δημόσια Βιβλιοθήκη και αργότερα το Μουσείο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Eικόνων. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο Πάνος Ροντογιάννης θα εκδώσει τη σημαντική δίτομη Ιστορία της Λευκάδος, τη Χριστιανική Τέχνη στη Λευκάδα και την Ιστορία της Εκπαίδευσης εξασφαλίζοντας ισοτιμία της Λευκάδας, ως προς την τοπική ιστορία, σε σχέση με τα άλλα Επτάνησα αλλά και τον ελληνικό χώρο.

Η έκδοση εφημερίδων συνεχίστηκε και ο Τύπος σε μεγάλο βαθμό εξέφρασε τις αγωνίες και τις επιδιώξεις της λευκαδίτικης κοινωνίας και είναι για μας σήμερα καθρέφτης του λευκαδίτικου παρελθόντος. Μικρότερες είναι οι επιδόσεις στην έκδοση βιβλίων και φυλλαδίων στη Λευκάδα, καθώς οι λευκαδίτες λογοτέχνες και λόγιοι, ακόμη και αυτοί που ζουν στη Λευκάδα, προτιμούν για τις εκδόσεις τους τα τυπογραφεία της Κέρκυρας και της Αθήνας. Το πρόσφατο βιβλίο για τον Τύπο της Λευκάδας του αλησμόνητου Πανταζή Κοντομίχη είναι καλός οδηγός για τις αναζητήσεις μας, καθώς, εκτός από την παρουσίαση των εντύπων, ανθολογεί και κείμενά τους.

Η ίδρυση θεατρικών συλλόγων και θιάσων, παρ' όλες τις ασυνέχειες, εξυπηρέτησε τις ανάγκες της πόλης για θεατρικές παραστάσεις με έργα λευκαδίων αλλά κυρίως ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Η ύπαιθρος χώρα θα αρκεστεί στις παραστάσεις των ερασιτεχνών σε έργα πατριωτικού ρεπερτορίου και κωμειδυλλίων, καθώς και στις σχολικές παραστάσεις που οργανώνουν ενθουσιώδεις δάσκαλοι και δασκάλες. Στα τελευταία 50 χρόνια του 20ού αιώνα πληθαίνουν οι επισκέψεις θιάσων, μπουλουκιών και καραγκιοζοπαιχτών από την Αθήνα και άλλες πόλεις. Για τη θεατρική κίνηση στη Λευκάδα τον 19ο και 20ό αιώνα έχουμε τώρα σε δεύτερη έκδοση το βιβλίο του Πανταζή Κοντομίχη Το νεοελληνικό θέατρο στη Λευκάδα.

Η μουσική παιδεία στη Λευκάδα, όπως σημειώσαμε, στηρίχτηκε στη δράση της Φιλαρμονικής, που ιδρύθηκε και στηρίχτηκε από τους άρχοντες της Λευκάδας, αλλά στελεχώθηκε από νέους των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων. Με μόνιμα οικονομικά προβλήματα μπόρεσε να διατηρήσει τη μουσική παιδεία και να εθίσει την κοινωνία της πόλης στην παρακολούθηση των μουσικών εκδηλώσεων και τελικά στη μουσική καλλιέργεια. Για την ιστορία της Φιλαρμονικής και της προσφοράς της έχουμε το δίτομο έργο του Αντώνη Φίλιππα που εκδόθηκε από την Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών το 1985-1986.

Από το 1937, που ιδρύθηκε, δραστηριοποιείται στην κατεύθυνση της μουσικής παιδείας, με χορωδία, μαντολινάτα και χορευτικά τμήματα αλλά και φιλολογικές και λαογραφικές δραστηριότητες ο Μουσικοφιλολογικός Όμιλος «Ορφεύς», που τώρα τον γνωρίζουμε καλύτερα χάρη στο βιβλίο του Γεράσιμου Περδικάρη που εκδόθηκε το 1992. Στην ίδια κατεύθυνση της μουσικής παιδείας και πράξης κινήθηκαν το Ωδείο και άλλοι σύλλογοι που ιδρύθηκαν αργότερα.

Η μελέτη του λαϊκού πολιτισμού στη Λευκάδα, ο οποίος υποχωρεί συνεχώς τα τελευταία 50 χρόνια, εξασφαλίστηκε χάρη στο έργο του Πανταζή Κοντομίχη: 9 μεγάλα βιβλία για τα δημοτικά τραγούδια, τις γεωργικές ασχολίες, τη λαϊκή ιατρική, το νοικοκυριό του αγροτόσπιτου, τον λευκαδίτικο γάμο, τη λαϊκή φορεσιά και το λαϊκό ιδιωματικό λεξιλόγιο καταγράφουν τα ήθη και τα έθιμα του λευκαδίτικου λαού και περιγράφουν τον πολιτισμό του.

Οι Γιορτές Λόγου και Τέχνης, που ιδρύθηκαν πριν από 50 ακριβώς χρόνια, μπορούν να θεωρηθούν συμπύκνωση της έκφρασης του λευκαδίτικου πολιτισμού. Ξεκίνησαν τα δύσκολα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια και εξέφρασαν τη βούληση του λευκαδίτικου κόσμου για ανόρθωση και πολιτισμό και μια βιωμένη επιμονή στα συνθήματα της ειρήνης και της συναδέλφωσης των λαών. Από άλλη άποψη εξέφρασαν και το αίτημα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού του τόπου μπροστά στο κύμα της τουριστικής ανάπτυξης που κάλυπτε τον ελληνικό χώρο αλλά και τον διεθνή. Η πραγματοποίηση των Γιορτών του Λόγου και της Τέχνης, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, προήλθε από έναν εθελοντισμό και ενθουσιασμό που έφερε αποτελέσματα πάνω από τις υπάρχουσες προϋποθέσεις των ανύπαρκτων υποδομών και των λίγων οικονομικών πόρων. Η συμμετοχή των εντοπίων με όλες τους τις δυνάμεις αλλά και η επιστράτευση των εκτός Λευκάδας Λευκαδίων έδωσαν τα καλά αποτελέσματα που διατήρησαν την τοπικότητα σε μια πολυποίκιλη οργάνωση.

Όλες αυτές οι μορφές της πολιτισμικής διαδρομής των Λευκαδίων στον τόπο τους και στα κέντρα του Ελληνισμού και του κόσμου μας καλούν στην καταγραφή και τη μελέτη.

Η Χαραμόγλειος Βιβλιοθήκη -τραυματισμένη ακόμη από το σεισμό του 2003- είναι η μεγαλύτερη συναγωγή υλικού για τη μελέτη της πολιτισμικής ιστορίας της Λευκάδας, καθώς συγκεντρώνει το σύνολο της συγγραφικής παραγωγής των Λευκαδίων αλλά και των περί Λευκάδας μελετών. Ελπίζουμε πάντα στην καταγραφή της, ώστε να γίνει πραγματικό κέντρο τεκμηρίωσης των λευκαδικών μελετών.

Η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών στα 35 χρόνια της δράσης της οργάνωσε συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες και εξέδωσε πολλά σημαντικά βιβλία και για την πολιτισμική ιστορία της Λευκάδας, προάγοντας τις μελέτες για τα έργα των συλλογικών σωμάτων, αλλά και των δημιουργών που έδρασαν στη Λευκάδα και εκτός αυτής. Το Χρονικό της (2002) που έχουμε στα χέρια μας καταγράφει με τρόπο εύχρηστο τα πεπραγμένα της. Από άλλη άποψη η παρουσία της έγινε καταλύτης για την κινητοποίηση και το συντονισμό διάσπαρτων επιστημονικών δυνάμεων που προώθησαν τις λευκαδίτικες σπουδές.

Αρκετές από τις σελίδες της Ιστορίας της Νήσου Λευκάδος του Πάνου Ροντογιάννη αναφέρονται στη λευκαδίτικη πολιτισμική ιστορία και τους λευκαδίτες δημιουργούς. Χρήσιμη πάντα είναι η Ιστορία της Εκπαίδευσης στη Λευκάδα του ίδιου συγγραφέα, αλλά και άλλα επιμέρους δημοσιεύματα πρόσφατα και επομένως ευκολότερα προσιτά. Όλα μπορούν να γίνουν οδηγοί για την έρευνα της λευκαδίτικης πολιτισμικής ιστορίας που ζητά τους εργάτες της για νέες προσεγγίσεις από παλαιούς αλλά κυρίως νέους μελετητές.

Στο τέλος αυτής της ομιλίας, ανακεφαλαιώνοντας, επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι ο κύκλος της πολιτισμικής ιστορίας και ιδιαίτερα τα στοιχεία της εντοπιότητας που περιέχει, φαίνεται να τροφοδοτούν την πολιτισμική πορεία ενός τόπου και να εξασφαλίζουν την ικμάδα και τη συνέχεια, εμπνέοντας τα προικισμένα παιδιά της κοινωνίας του, στον δικό τους κύκλο της προσωπικής δημιουργίας, πολλές φορές και μακριά από τον τόπο τους. Το τι ξαναγυρίζει από το έργο αυτών των προσωπικών δημιουργών στην τοπική κοινωνία είναι ένα θέμα που αξίζει να μελετηθεί. Να πούμε μόνο πως το έργο των διακεκριμένων Λευκαδίων εμπνέει κάποτε δημιουργικά και κάποτε παρηγορεί παραπληρωματικά και καλύπτει ιδεολογικά, αφού στη Λευκάδα βιώνεται ως παράδειγμα, δόξα και προέκταση της τοπικής κοινωνίας στην εθνική και την παγκόσμια πολιτισμική ιστορία και πραγματικότητα.